ΈΡΕΥΝΑ

Οι παρακάτω μελέτες παρέχουν τα τελευταία και πλέον αξιόπιστα στοιχεία για τα βιώσιμα ψαρικά. Οι μελέτες επικεντρώνονται στις επιπτώσεις που έχουν τα βιώσιμα ή μη βιώσιμα ψαρικά από τις αναπτυσσόμενες χώρες στη μείωση της φτώχειας και τις παγκόσμιες αλληλεξαρτήσεις μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Τα ευρήματά των μελετών, οι οποίες είναι διαθέσιμες ηλεκτρονικά, βρίσκονται στην καρδιά της δράσης του WWF για την υπεύθυνη κατανάλωση και τη βιώσιμη αλιεία.

Μελέτη 1: «Ψαρεύοντας πρωτεΐνη- Οι επιπτώσεις της θαλάσσιας αλιείας στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια έως το έτος 2050»

Ημερομηνία δημοσίευσης: Ιανουάριος 2017

Η σύνταξη της μελέτης, που ανατέθηκε σε επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κιέλου από το WWF Γερμανίας, αναλύει την ποσότητα ψαριών που μπορούν να αλιευθούν από τις θάλασσες με βιώσιμο τρόπο μέχρι και το 2050, τονίζοντας πως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων από φτωχές χώρες θα προτιμούν να εξάγουν τα ψάρια που αλιεύουν, αντί να τα καταναλώνουν, χωρίς ωστόσο, να είναι σε θέση να βρουν μια εναλλακτική πηγή πρωτεϊνών στη διατροφή τους. Αυτό σημαίνει ότι το μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, των οποίων η διατροφική επάρκεια σε πρωτεΐνες εξαρτάται από τα ψάρια, κρίνεται αβέβαιο.

Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη μελέτη

Μελέτη 2: «Βιώσιμος τόνος από τις Φιλιππίνες για την Ευρώπη»

Ημερομηνία δημοσίευσης: Μάιος 2017

Η  μελέτη παρουσιάζει το πλαίσιο λειτουργίας και τα επιτεύγματα του προγράμματος FIP που ψαρεύει κιτρινόπτερο τόνο, σύμφωνα με τις αρχές της βιωσιμότητας, σε δύο περιοχές στις Φιλιππίνες (Lagonoy Gulf και Mindoro), αναλύοντας παράλληλα, τον θετικό αντίκτυπο που δημιουργούν η ευρωπαϊκή καταναλωτική ζήτηση και εμπορία στη διαχείριση της αλιείας στις Φιλιππίνες και κατ’ επέκταση, στην τοπική κοινωνία, το εμπόριο και την οικονομία. Η έκταση του θετικού αυτού αντίκτυπου στην τοπική κοινωνία διαφαίνεται από το γεγονός ότι το πρόγραμμα FIP που υλοποιείται στις Φιλιππίνες, εμπλέκει περίπου 112 ψαροχώρια και 5.000 αλιείς, στρέφοντάς τους στην υιοθέτηση ενός βιώσιμου και περιβαλλοντικά υπεύθυνου τρόπου αλιείας και εμπορίας τόνου, με σημαντικά οφέλη για το εισόδημά τους.

Βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές, οι έμποροι λιανικής πώλησης κι οι ευρωπαϊκές πολιτικές μπορούν να επηρεάσουν με θετικό τρόπο την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών και την προστασία της θάλασσας στις αναπτυσσόμενες χώρες.  

Διαβάστε εδώ την πλήρη μελέτη (στα Αγγλικά) και εδώ την περίληψή της στα ελληνικά.

Μελέτη 3: Θαλασσινά και Μεσόγειος: τοπικές προτιμήσεις, παγκόσμιες αγορές

Ημερομηνία δημοσίευσης: Ιούλιος 2017

Σύμφωνα με τη μελέτη, τα Μεσογειακά κράτη της ΕΕ – Κροατία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Σλοβενία, Ισπανία και Πορτογαλία – συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους καταναλωτές ψαρικών παγκοσμίως. Η περιοχή έχει ετήσια μέση κατανάλωση 33,4 κιλών ψαρικών κατ’ άτομο, τη στιγμή που ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 22,9 κιλά και ο διεθνής μέσος όρος 19,2 κιλά. Αναφορικά με την Ελλάδα, ιδιαίτερα υψηλή είναι η ετήσια κατανάλωση ψαρικών κατ’ άτομο, η οποία αγγίζει τα 19,6 κιλά, εκ των οποίων το 66% είναι εισαγόμενα, το 22% προϊόντα εγχώριας υδατοκαλλιέργειας και μόνο το 12% προϊόντα εγχώριας αλιείας.

Επιπλέον, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασνα ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ψαρικών που πωλούνται στις αγορές της Μεσογείου είναι εισαγόμενα και προέρχονται, κυρίως από αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ για κάθε κιλό ψαρικών που αλιεύονται ή εκτρέφονται στα μεσογειακά κράτη της ΕΕ, σχεδόν δύο ακόμα κιλά εισάγονται από άλλες χώρες.

Μπορείτε να διαβάσετε την έκθεση του WWF εδώ: Seafood and the Mediterranean: local tastes, global markets

Share This